Rockway gr

SAM KINISON

(1953-1992) Ψυχή κραυγάζουσα...

Δεν άφησε απλώς εποχή, την άφησε με σημάδια. Ο άκρατος ηδονισμός του “greed is good”, η παστέλ ευφορία, τα βουνά από άσπρη σκόνη, τα παρακμιακά μοντέλα, η hi-tech επιτήδευση, η λατρεία της “αβάσταχτης ελαφρότητας”, η παντοκρατορία του στυλ και το αξιακό σύστημα μιας multi-culti κοινωνίας να σαπίζει μέλος προς μέλος σαν από ζόμπι τριτοκλασσάτης βιντεοταινίας. Αυτή ήταν η Αμερική του δεύτερου μισού των ‘80s. Και το ιδανικό σάουντρακ της ξέφρενης πτώσης της προς τον πάτο ήταν το πρωτόγονο ουρλιαχτό ενός πληθωρικού κωμικού με φωνή-τηλεβόα, σατανικά ωμό χιούμορ και γαργαντούεια όρεξη για απαγορευμένες ουσίες, που έκρυβαν καλά τα βαθιά του τραύματα (από οικογένεια, φίλους, γυναίκες, την ωμότητα του αμερικανικού ονείρου). Για να τα σβήσει, τίκαρε όλη τη λίστα με τις απαγορευμένες συμπεριφορές. Τα έκανε όλα. Και τα ξανάκανε. Και μετά το πήγε πάλι απ΄την αρχή. Άφησε πίσω του εκατομμύρια σοκαρισμένους θεατές, ορδές οπαδών και θαυμαστών και αμέτρητους φανατικούς εχθρούς. Ναι, για όσους δεν ξέρουν και για όσους δεν θυμούνται, αυτή είναι η ιστορία του Σαμ Κίνισον.

Γιος ενός ζευγαριού ιεροκηρύκων της Πεντηκοστιανής εκκλησίας, ο Samuel Burl Kinison είδε το φως της μέρας για πρώτη φορά στις 8 Δεκέμβρίου του ’53. Έζησε το μεγαλύτερο μέρος των παιδικών του χρόνων στην Peoria του Illinois, μαζί με τα τρία του αδέλφια. Εκκλησίασμα, πειθαρχία, φτώχεια και νομαδική ζωή ήταν το κάδρο της ζωής του.

Τριών ετών τον κτυπά ένα φορτηγό και του αφήνει εγκεφαλική βλάβη. Σαν νήπιο είναι εσωστρεφής και πειθήνιος, αλλά σαν έφηβος εκρηκτικός, απότομος και κυκλοθυμικός. Ιατρικές προβλέψεις για κρίσεις επιληψίας μετά τα σαράντα θα τον συνοδεύουν σε όλη του τη ζωή. Μόνο που δε θα φθάσει τα σαράντα.

Οι γονείς του παίρνουν διαζύγιο όταν ο Σαμ είναι 11 και η οικογένεια διασπάται. Μένει με τη μητέρα του και τους δύο μικρώτερους αδελφούς του, βιώνοντας ως εγκατάλειψη τον αποχωρισμό από τον πατέρα του και τον μεγαλύτερο αδελφό του Bill. Πάνω που αρχίζει να δείχνει τα τυπικά συμπτώματα του επαναστατημένου εφήβου των μέσων των 70s, τον στέλνουν σε εκκλησιαστικό σχολείο. Λίγο καιρό μετά ο πατέρας του πεθαίνει, αφήνοντάς τον, όπως θα πει ο ίδιος, με το σύνδρομο του Julian Lennon: “ένιωθα ότι πρέπει και ‘γω να γίνω ιεροκήρυκας, γιατί μόνο έτσι θα έμενε ευχαριστημένος ο γέρος μου”.

Από τα 17 ως τα 25 κηρύττει. Κυριακές πρωί, σε ποίμνια βαθιά νυχτωμένων ημιμαθών της αμερικάνικης ενδοχώρας, που στο τέλος – πειθήνιοι στις θεατρικές παρλάτες του- ανοίγουν τα πορτοφόλια τους και δίνουν τον οβολό, “για τη σωτηρία της ψυχής τους”. Όμως το κάλεσμα αυτό δεν τον γεμίζει. Δεν έχει το χάρισμα να γυρίζει από πολιτεία σε πολιτεία, βγάζοντας τα προς το ζην. Είναι 1978, όταν και καταλήγει σε ένα περιπετειώδες διαζύγιο από την πρώτη του σύζυγο Patricia, μετά από τρία χρόνια γάμου. Στον κύκλο των πεντηκοστιανών διαζύγιο ίσον έγκλημα καθοσιώσεως. Για πρώτη φορά, απελευθερωμένος, αρχίζει να σκέφτεται ότι πρέπει να ζήσει όχι με τα πρότυπα των άλλων, αλλά ψάχνοντας να βρει τα δικά του. Το να προσπαθήσει να κάνει stand – up comedy του φαίνεται μια φυσική επιλογή. Πάντα του άρεσε να ακούει δίσκους του Richard Pryor (κι αυτός γέννημα θρέμμα της Peoria) και να μιμμείται τα πιο γνωστά του αστεία. “Κατάφερνα να κάνω κόσμο να χαμογελάει μέσα στην εκκλησία, οπότε γιατί όχι και έξω απ΄αυτήν;”, θα πει αργότερα.
Μετακομίζει στο Houston του Texas και ξεκινά μια δεύτερη καριέρα μπαίνοντας το εργαστήρι αυτοσχέδιας κωμωδίας “Texas Outlaw Comics”, όπου το ‘79 ανακηρύσσεται ο κωμικός της χρονιάς. Με υλικό από τον τραυματικό του χωρισμό, ένα φωνητικό στυλ σε πλήρη αντίστιξη με τις σοφτ εξυπνάδες των stand-up comedians της εποχής, με δανεικά στοιχεία από τα κυρήγματά του και με εκτεταμένη χρήση όλων των “απαγορευμένων” λέξεων, σοκάρει και ξεχωρίζει.

Το 1980 φθάνει στο Los Angeles για να αναζητήσει καρριέρα στο αναβράζον δίκτυο της stand-up κωμωδίας. Robin Williams, John Belushi και λίγο αργότερα Eddie Murphy, Arsenio Hall είναι τα κυρίαρχα ονόματα στην αυτοσχεδιαστική αυτή μορφή τέχνης, που αφήνει έκθετο τον περφόρμερ στις ορέξεις του κοινού. Το μόνο που καταφέρνει όμως, είναι να γίνει πορτιέρης του διάσημου “Comedy Store” του Sunset Strip. Γνωρίζει τους πάντες, παρακολουθεί με ένθεη προσοχή τις παραστάσεις, μπλέκει με την ροκ σκηνή του L.A. και ζει σαν σταρ πριν καν φθάσει κοντά στο να γίνει. Ταυτόχρονα, γνωρίζει κάποια Terry Marze και, παρά τα όσα λέει από σκηνής, την παντρεύεται (“I married her just to piss another woman off. A very stupid, drunk, high thing to fuckin’ do” θα συνοψίσει αργότερα).

Καποιο βράδυ μετά από τρια μερόνυχτα καυγάδων, ανεβαίνει πάνω στη σκηνή σε κατάσταση αμόκ. Στις πρώτες σειρές, ένα νεαρό ζευγάρι αγκαλιάζεται δημοσιοποιώντας τον έρωτά του και εκείνος, αρπαγμένος, τους πιάνει κουβέντα. "Do you love her?" ρωτάει με σφιγμένα δόντια. "I don't know. We're just dating", απαντά διστακτικός ο τύπος. Ο Κίνισον τους πλησιάζει και με το μικρόφωνο ανοικτό, λέει στον άντρα, δήθεν εμπιστευτικά: "Look at her. This is the best it's ever going to be. Look at her. If you ever decide you want to marry her, and you want to have a little house with the white picket fence, I want you to remember this face…”. Και εξαπολύει μια κραυγή καταπρόσωπο στον άμοιρο τύπο. “Οh-OOOOOOOOHHH!!!!". Γεννιέται έτσι η πρωτόγονη κραυγή του Κίνισον, το σήμα κατατεθέν του. Μια οργισμένη έκλυση θυμού και απόγνωσης που έκτοτε χρωματίζει, τονίζει και σχολιάζει όλα τα εξωφρενικά κωμικά του νούμερα. Ένα πολιτισμικό φετίχ για τα 80s.

Η ευκαιρία του έρχεται όταν τον βλέπει ο μάστορας της ιστάμενης κωμωδίας Rodney Dangerfield. Είναι καλοκαίρι του ‘84 και του δίνονται 6 λεπτά σε εθνικό δίκτυο. Η σαρωτική του εμφάνιση, με απανωτές ριπές κατά του γάμου και την αιρετική ματιά του στην πείνα του τρίτου κόσμου είναι σαν ένεση αδρεναλίνης στην καρδιά της κοιμώμενης μάζας.

Το ’85, εντυπωσιακές είναι οι εμφανίσεις του στο talk-show “Late Night With David Letterman” και ακολουθούν απανωτές εμφανίσεις στο κορυφαίο βαριετέ της αμερικάνικης τηλεόρασης, “Saturday Night Live”. Παρά τις απειλές να μη χρησιμοποιήσει τη λέξη με τα τέσσερα γράμματα, τους γειώνει όλους, εξαπολύει μια εκκωφαντική χλεύη για το σύστημα απεξάρτησης και αναπαριστά τις τελευταίες στιγμές του Ιησού στο σταυρό, σε εθνικό δίκτυο (NBC, 18/12/1985).

Προκαλείται σάλος, αλλά η τηλεθέαση είναι τέτοια, που το NBC τον επαναφέρει (18/1/1986, 15/2/1986)

Στα μέσα του 1986 βγάζει τον πρώτο του δίσκο, “Louder Than Hell”, έναν κατακλυσμό 45 λεπτών από ανίερο χιούμορ, με κορύφωση το περίφημο “Love Song”, όπου μια συναισθηματική μπαλάντα χωρισμού στο πιάνο, με δακρύβρεχτα αυτοσχεδιαστικούς στίχους καταλήγει στο ξαφνικό ξέσπασμα “You f***ing whore!!! You used me! You never loved me! I hope you slide under a gas truck and taste your own blood! Die! Die! Die! I want my records back! I want my f***ing records back!"

Η τρίλεπτη εμφάνισή του στην κωμωδία του Dangerfield “Back To School” είναι επιστέγασμα της δημοτικότητάς του, η οποία εκτινάσσεται. Αρχίζει να γεμίζει αίθουσες εκατοντάδων και, μέσα σε μήνες, χιλιάδων θέσεων.

Η, συνήθως πενηντάλεπτη, παράστασή του είναι μια χωρίς προηγούμενο επίθεση ειλικρίνειας στο κοινό, μια εν ψυχρώ και παταγώδης κατεδάφιση ενός προς ένα των στερεοτύπων πολιτικής ορθότητας της Αμερικής του Ρήγκαν. Η “κόλαση” της έγγαμης συμβίωσης, η απάτη του έρωτα, τα ταμπού του σεξ, η ζωή του Χριστού, οι ψευδοπροφήτες τηλε-ευαγγελιστές, το ροκ, το αλκοόλ, τα ναρκωτικά και η βιομηχανία της αποτοξίνωσης, οι ομοφυλόφιλοι, το AIDS, το ραπ, o Κίνισον ουρλιάζει ιστορίες ερωτικής απιστίας και ανοσιουργημάτων, σπέρνοντας πανικό, απέχθεια και οργασμικά χειροκροτήματα, όλα συγχρόνως. Τα αστεία του δεν χρειάζονται "ξετύλιγμα", σου έρχονταν καταπρόσωπο. Πανταχού παρούσα και η κραυγή “Oh – OOOOOOHHH!”. “Η μέθοδός του είναι ο θυμός. Ο ειλικρινής θυμός”, θα πει ο Larry King. Το ανδρικό κοινό παραληρεί, καθώς ταυτίζεται με την κραυγή, βρίσκοντας σε αυτήν την πλέον έναρθρη διέξοδο όλων των αισθημάτων απόρριψης και απομόνωσης.

Όλα αυτά ξεχειλίζουν από το δεύτερο άλμπουμ του, “Have You Seen Me Lately?” (1988). Οι αίθουσες φθάνουν τη χωρητικότητα των 4.000 θέσεων, τον καλούν ως resident στο Las Vegas, είναι πλέον ένας ροκ σταρ που ταυτίζεται με όλα τα politically in-correct πρότυπα. Μένει όρθιος 2-3 μέρες σερί, φορτωμένος με ό,τι απόθεμα κοκαίνης και Jack Daniels βρίσκεται μπροστά του. Ατέλειωτα πάρτυ, γνωριμίες με όλο το συρφετό των αναλώσιμων celebrities και με το ροκ κύκλωμα. Ρόκερ μέχρι κόκκαλο ο ίδιος, παίζει πιάνο και κιθάρα πολύ καλά. Κορύφωση της συνεισφοράς του στην ποπ κουλτούρα των ‘80s η ηχογράφηση της διασκευής των Troggs, “Wild Thing” ως τελευταίου κομματιού του άλμπουμ και η προώθησή του με ένα ιστορικό κλιπ, στο οποίο εμφανίζονται και παίζουν μεταξύ άλλων οι Slash, Ritchie Sambora, C.C. Deville, Warren De Martini, Robin Crosby, Bobby Blotzer, Steven Tyler, Joe Perry, Billy Idol, Rudy Sarzo. Αλλά δεν είναι αυτοί που κλέβουν την παράσταση, είναι η Jessica Hahn, κουνελάκι του Playboy και πέτρα ενός από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα της δεκαετίας του ’80, με όσο χρήμα, sex, απάτη και υποκρισία μπορεί να φανταστεί κανείς. Ο ίδιος ο Κίνισον μπλέκει σε ένα σύντομο εκτός ελέγχου ειδύλλιο μαζί της...

Και ενώ το κλιπ σαρώνει στις νυχτερινές ζώνες του MTV, το ‘89 η κορύφωση συνεχίζεται. Eμφανίζεται στο “Bad Medicine” των Bon Jovi, με τους Motley Crue, τον Ozzy, ενώ έχει προλογίσει λίγους μήνες νωρίτερα τους Guns N’ Roses στα MTV Music Awards. Συνεχίζει τις περιοδείες, εμφανίζεται στο περίφημο “The Tonight Show”, στον Larry King, βγάζει δεκάδες χιλιάδες δολλάρια τη βραδιά, τα οποία εξαφανίζονται από τους παρατρεχάμενους και τους dealers. Το ότι γύρω του μαζεύεται μια αυλή από εθισμένους ανεγκέφαλους yes-men θολώνει ακόμη περισσότερο τη δυνατότητά του να βλέπει καθαρά.

Το 1990, με το τρίτο του άλμπουμ “Leader Of The Banned”, χαιρετίζει την νέα δεκαετία υποσχόμενος νέες καταχρήσεις. Αυτή τη φορά, η μία μόνο πλευρά είναι υλικό stand up (με κορυφαία στιγμή την τηλεφωνική φάρσα στην άπιστη πρώην  σύντροφο ενός τύπου από το κοινό – “What’s her naaaaame? Bring me the f***ing phoooone!!! Oh-OOOOOH!”). Στη δεύτερη πλευρά, τέσσερις θρυλικές διασκευές (Highway To Hell, Under My Thumb, Mississipi Queen, Gonna Raise Hell) με τον ίδιο στα φωνητικά και μια μικτή κόσμου του ροκ ως back-up. Όμως τα πρώτα σύννεφα πυκνώνουν. Οι καταχρήσεις κάνουν τις παραστάσεις να υποφέρουν. Οι ομοφυλόφιλοι, η οργανωμένη θρησκεία, η σεμνότυφη σιωπηλή πλειοψηφία, οι φεμινίστριες, αλλά και επαγγελματίες κριτικοί τέχνης στρέφονται  εναντίον του, απαξιώνοντας το show του ως ένα ξεθωριασμένο και απωθητικό συνονθύλευμα κακόγουστων αστείων. Και οι γιατροί τον προειδοποιούν: η καρδιά του θα καταρρεύσει εάν συνεχίσει την κοκαίνη. Ο αδελφός του Bill, έχει γίνει μάνατζέρ του από το ’85 και προσπαθεί να τον βάλει σε αποτοξίνωση. Μάταια. Μέσα στον πρώτο μήνα του ’91 έχει τρία αυτοκινητικά ατυχήματα, οδηγώντας σε κατάσταση εκτός ελέγχου. Είναι τυχερός. 

Στην περιοδεία του το ’91, τον συνοδεύει μια κανονική μπάντα, ο ίδιος παίζει κιθάρα και ξεκινά το show με μια γκαζωμένη διασκευή του “Going Down” από Jeff Beck. Το ραπ δεν ξεφεύγει από την ισοπεδωτική του σάτυρα (“I’ m not the one to put a subliminal thought in a dangerous person's mind' - no! I'm just saying if you're gonna be a serial killer, pick somebody interest¬ing to be a serial killer for! Take out rappers! Shoot 'em! - be the rapper killer!").

Στην προσπάθειά του να απεξαρτηθεί, να στρώσει τη ζωή του και να επαναπροσδιορίσει το show του αποφασίζει στα 38 του να παντρευτεί για τρίτη φορά, την 27χρονη Malika Sοuiri, την μία από τις δύο σέξυ γλάστρες που χρησιμοποιεί στα σώου του. ("Yeah, I'm going to do it like a tattoo, man," λέει στον αδελφό του, Bill. "I'm going to get drunk, I'm going to do it, and in the morning, I'm going to get up and go, 'I did what?'"). Στις 4 Απριλίου 1992, πραγματοποιεί το απονενοημένο και φεύγει με τη Malika διακοπές στη Χαβάη. Τον περιμένει μια καινούρια σειρά εμφανίσεων και δείχνει πιο ανανεωμένος από ποτέ.

Στις 10 Απριλίου 1992, ο Kinison, με συνοδηγό τη νέα του σύζυγο, οδηγώντας μια Pontiac Trans Am κατευθύνεται από την Καλιφόρνια στη Νεβάδα σε μια sold out εμφάνιση. Από το αντίθετο ρεύμα, ένα φορτηγό με οδηγό έναν μεθυσμένο 17χρονο βγαίνει και πέφτει πάνω του. Η αυτοψία δείχνει ότι και ο Sam είχε στον οργανισμό του κοκαίνη, παυσίπονα και ηρεμιστικά. Δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, σε αντίθεση με τη Malika που σώθηκε με μια διάσειση. 

“Όταν έφθασε στο Νοσοκομείο, κανείς μας δεν πίστευε ότι θα πέθαινε. Είχε τις αισθήσεις του και ήταν σε καλή κατάσταση”, θυμάται ο αδελφός του. Όμως τα τραύματα ήταν συντριπτικά και εσωτερικά. Όπως ακριβώς και σε ολόκληρη τη ζωή του. Τις τελευταίες του στιγμές, ο στενός του φίλος Carl LaBove τον άκουσε να ψιθυρίζει : “Γιατί τώρα; Δεν θέλω να πεθάνω”. Ήσυχα, χωρίς αγωνία, σα να διαπραγματεύεται με κάποιον. “Δεν θέλω να πεθάνω”. Και μετά από λίγη ώρα, να μονολογεί συγκαταβατικά “OK, OK, OK…” και να αφήνει την τελευταία του πνοή. Φαίνεται ότι κάποιος εκεί πάνω τον έπεισε ότι η μακροβιότητα της κληρονομιάς του είναι εξασφαλισμένη.

Ο Sam Kinison, o τραυματισμένος από έρωτα, ο εριστικός απέναντι στα στερεότυπα, ο βαθιά πιστός με τον αριστοφανικό χειρισμό για τα θεία, κηδεύτηκε και τάφηκε στο κοιμητήριο Memorial Park της Tulsa. Στον τάφο του είναι σκαλισμένα, χωρίς υπογραφή, αυτά τα λόγια: "In another time and place he would have been called prophet.

Rate this item
(3 votes)
More in this category: « VIRGINIA WOLF
back to top

Template Design © info@DrakontasGraphics.com | Managemenent by www.theLeaders.EU | All Rights Reserved Rockway.gr 2012

Top Desktop version