Rockway gr

SEAR BLISS Featured

Ουγγαρία, 1993.

Ένα από τα μουσικά θαύματα του extreme μουσικού κόσμου γεννιέται στο Szombathely και είναι γραφτό του να παραμείνει ένα υποτιμημένο αριστούργημα, ένα κρυμμένο διαμάντι που δεν έχει λάμψει μέχρι σήμερα στο ευρύ κοινό αυτού του ήχου. Αλλά όσοι ξέρουν τί εστί Sear Bliss, χαμογελούν, ανατριχιάζουν και πορώνονται και μόνο στο άκουσμα του ονόματος.

Φθινόπωρο του 1993 και ο 15χρονος András Nagy, δημιουργεί την πρώτη του “μαυρομεταλλική” μπάντα, από τις στάχτες προηγούμενων death προσπαθειών.

Η μεγάλη μαγκιά του μικρού András, ήταν η έμπνευσή του να εμπλουτίσει τον ήχο των Sear Bliss όχι μόνο με τα πλήκτρα του Winter για ένα ατμοσφαιρικό αποτέλεσμα, αλλά με το σήμα κατατεθέν της μπάντας μέχρι σήμερα, τα πνευστά, κάτι που καμία extreme μπάντα δεν είχε τολμήσει μέχρι τότε (εκτός από τους Celtic Frost που τα είχαν τολμήσει όλα!) και μάλιστα σε πρωταγωνιστικό ρόλο.

Ο τρομπετίστας Gergely Szücs έδωσε αυτή τη διάσταση στο group, που ενάμιση χρόνο μετά τη δημιουργία τους, κυκλοφορούν το πρώτο τους demo, “The Pagan Winter”, τον Μάιο του 1995.

Ένα χρόνο μετά, το σχήμα κυκλοφορεί το ντεμπούτο album “Phantoms”, αποδεικνύοντας πως δεν μπορείς να ακούσεις και απλά να προσπεράσεις τους Sear Bliss. Το όνομά γίνεται συνώνυμο του ατμοσφαιρικού black, σε ένα έπος 50 λεπτών που όχι μόνο κερδίζει κάθε ψυχή που το άκουσε, αλλά και φοβερές κριτικές από τον μουσικό τύπο, με αποκορύφωμα το Ολλανδικό περιοδικό Aardschok, που για μοναδική φορά στα χρόνια κυκλοφορίας του, δίνει τον τίτλο του “album του μήνα” και ενός από τα καλύτερα της χρονιάς σε black metal κυκλοφορία.



Μετά την πρώτη περιοδεία τους με τους Marduk το 1997 και διάφορες αλλαγές στα μέλη, με τον András πάντα ως άξονα, οι SB κυκλοφορούν το δεύτερό τους πόνημα το 1998. Το “The Haunting” εντυπωσιάζει ακόμα περισσότερο με την ατμόσφαιρά του, που εμφανώς είναι και το κύριο μουσικό concept του album, με πολύ λιγότερα ξεσπάσματα γρήγορου black και περισσότερα ambient, ethereal μέρη, απ’ ότι το ντεμπούτο. Μέχρι σήμερα, παραμένει το πιο ατμοσφαιρικό και μελωδικό δημιούργημά τους.



Η επόμενη δεκαετία, βρίσκει την μπάντα σε διαρκείς αλλαγές (μελών και εταιρειών), αλλαγές που έχουν συνέπεια και στον ήχο της. Πλέον η τρομπέτα γίνεται τρομπόνι και το “Grand Destiny” του 2000 γίνεται πάλι τραχύ και γρήγορο, χωρίς βέβαια ίχνος έλλειψης έμπνευσης και ποιότητας.

Στα χνάρια του κινείται και το επίσης επιθετικό “Forsaken Symphony” του 2002, album που επίσης χειροκροτήθηκε από τον metal τύπο και τον κόσμο ανάλογα.



Μέχρι το 2004, οι SB περιόδευσαν ασταμάτητα, άλλαξαν ξανά και ξανά μέλη και δούλεψαν σκληρά για το επόμενο album, “Glory And Perdition”, το οποίο είχε πιο καθαρό μεταλλικό ήχο και πιο επικό χαρακτήρα από τα προηγούμενα. Καλεσμένος σε δύο τραγούδια είναι ο Attila Csihar των Mayhem, ενώ το πρώτο “single” και videoclip μαζί σε όλη τους την καριέρα, βγήκε από αυτό το album.



Οι αλλαγές στην σύνθεση της μπάντας είναι πια μέρος της καθημερινότητάς της, αλλά οι SB δεν πτοούνται ποτέ, το ίδιο και η ποιότητα της μουσικής τους. Το 2006 υπογράφουν συμβόλαιο με την θρυλική Candlelight Records και το 2007 μας χαρίζουν άλλη μία δισκάρα, με τίτλο “The Arcane Odyssey”, το οποίο βρίσκει το δρόμο του σε μεγαλύτερη μερίδα μουσικού τύπου και εκθειάζεται ως “album του μήνα” και “album της χρονιάς” σε πολλά περιοδικά.

Η μπάντα έχει κλείσει πάνω από δέκα χρόνια ζωής και πραγματικά, στα αυτιά που δίνουν σημασία, είναι η επιτομή του ατμοσφαιρικού, μελωδικού black ήχου και με την εθιστική ιδιαιτερότητα των πνευστών, μεγάλη δύναμη και σήμα κατατεθέν τους!



Ο “μπαμπάς” των SB, András, μετά από πολλές αλλαγές (και πάλι στην σύνθεση) και επανακυκλοφορίες των πρώτων albums (μέχρι και ένα remaster από το ΘΕΟ Dan Swano!), μένει ολομόναχος μέχρι το τέλος του 2009. Δεν το βάζει κάτω και μέχρι τα μισά του 2011, καταφέρνει να δημιουργήσει πάλι μπάντα από μέλη που είχαν ξαναπαίξει στους SB παλαιότερα (ένα από τα θετικά των πολλών αλλαγών και των πολλών μουσικών που περνούν από μία μπάντα, “they come in handy-again”).

Το 2012 και μετά την μεγαλύτερη περίοδο χωρίς κυκλοφορία στην καριέρα των SB (5 χρόνια), κυκλοφορεί το έβδομο album, “Eternal Recurrence”, ένα “μαγικό παιδί” που διαφέρει από τα προηγούμενα επτά κατά πολύ και ίσως φάνηκε περίεργο σε αρκετούς fans της μπάντας, αλλά σίγουρα άλλοι το λάτρεψαν (ο γράφοντας είναι ένας από δαύτους).

Θα μπορούσε κάποιος να χαρακτηρίσει το “Eternal…”, ως ένα μεταλλικό album των Swans. Πειραματισμός, σκοτάδι, πνευστά, jazzy και darkwave λογική, αλλά πάντα με την black προσωπικότητα, της σφραγίδας εγγύησης Sear Bliss.



6 χρόνια μετά και ύστερα από αρκετές δυσκολίες αλλά και (μάντεψε!) αλλαγές στην σύνθεση, που μας φέρνουν ουσιαστικά στα μέλη που ο András είχε δέκα χρόνια πριν, οι SB που δεν το βάζουν ποτέ κάτω, επιστρέφουν το 2018 με ένα από τα καλύτερα albums της καριέρας τους, ώριμο, μελωδικό και πολύ δυναμικό, με το black στοιχείο να δεσπόζει και πάλι (και αυτά τα πνευστά που είναι απλά ΑΝΑΤΡΙΧΙΛΑ!), το “Letters From The Edge” στην Hammerheart Records.

Μία δισκάρα που θα έχουμε την τύχη και τιμή να απολαύσουμε ζωντανά στη χώρα μας (όπως και τις καλύτερες στιγμές όλης της δισκογραφίας τους, είμαι σίγουρος) για ΠΡΩΤΗ φορά στα 25 χρόνια ζωής τους, στις 19 Μαΐου, στο Crow Club της Αθήνας.



Once in a lifetime experience.-

Rate this item
(2 votes)
More in this category: « ENSLAVED JAG PANZER »
back to top

Template Design © info@DrakontasGraphics.com | Managemenent by www.theLeaders.EU | All Rights Reserved Rockway.gr 2012

Top Desktop version