Rockway gr

SKYCLAD Featured

Δεν είναι λίγα τα groups, που παρά το πέρασμα του χρόνου και τις φυσιολογικές δοκιμασίες που φέρνει συν αυτώ σε μία κοινή πορεία διαφορετικών ανθρώπων και προσωπικοτήτων, “κρατούν” γερά και πιστά, με γνώμονα και οδηγό την μουσική και την προσωπική “σύνδεση” μαζί της.

Οι Skyclad, είναι ένα τέτοιο συγκρότημα που αν και με διαφορετική (από την αρχική) σύνθεση, εξακολουθούν να πορεύονται σε μία σχεδόν 30χρονη “μουσική ατραπό”, ξεχωριστοί από το ξεκίνημά τους, όντας από τις πρώτες folk metal μπάντες, αν όχι οι εισηγητές αυτού του metal gender.

Η ίδρυση του group, χρονολογείται στο “σωτήριο” έτος 1990, με αρκετά διαφορετικές πιθανότατα, αρχικές “κατευθύνσεις” και βλέψεις, σε σχέση με το παρόν. Το συνθετικό clad στο όνομα, σημαίνει ένδυμα, προερχόμενο από την αρχαΐζουσα Αγγλική γλώσσα, ενώ στο σύνολό της, η ονομασία τους έχει σανσκριτικές ρίζες και συσχετίζεται με παγανιστικές θεωρίες και τελετουργικά.

Σκοπός της μπάντας εξ΄αρχής, να δώσει το στίγμα της αντίληψής τους, μουσικά, κοινωνικά και θρησκευτικά, “πηγάζοντας” από τη δική τους κοσμοθεωρία. Η αρχική σύνθεση, αποτελούμενη από τους Martin Walkyier (φωνητικά), Keith Baxter (drums), Graeme English (μπάσο) και Steve Ramsey (κιθάρες), διατηρείται κατά το ήμισυ μέχρι και σήμερα, με τους δύο τελευταίους να παραμένουν ο συνδετικός κρίκος, στη μετάβαση στο σήμερα.

Κι αν ο Walkyier απλά αποχώρησε, ο Keith Baxter, δυστυχώς απεβίωσε το 2008, από ηπατική ανεπάρκεια.

Το 1991, κυκλοφορούν το debut album τους, με τίτλο The “Wayward Sons of Mother Earth”. Οι Walkyier και Ramsey, που έχουν φύγει από τους Sabbat (δεν άντεξαν για πολύ μετέπειτα) και Satan αντίστοιχα, έχουν βάλει φαρδιά πλατιά τη σφραγίδα τους σε αυτό το πρώτο δημιούργημα, αναλαμβάνοντας στίχους και μουσική, με μία μικρή συνεισφορά και του English. Η “μαυρίλα” είναι έντονη και “αναβλύζει”  σε κάθε κομμάτι, με τα φωνητικά να την πολλαπλασιάζουν. Η folk metal αισθητική, μας “συστήνεται” στο “The Widdershins Jig”. Οι στιχουργικές επιδιώξεις, ιδιαίτερα εμφανείς (και) στα “Pagan Man” και “Skyclad”. Εν έτει 1991, ο frontman γράφει : “Microchip miracles only enslave us. The high priests of high finance claim that their actions are wise. But our planet still dies”. Προφητικό;



Με το πέρασμα μόλις ενός έτους, έρχεται το δεύτερο δημιούργημα των Βρετανών, το “A Burnt Offering for the Bone Idol”, με τον Dave Pugh να συμπληρώνει τη μπάντα στις κιθάρες (και μετά μία μεγάλη διακοπή να είναι και σήμερα μέλος της) και την Fritha Jenkins να ενισχύει το folk στοιχείο, με το βιολί και το μαντολίνο της. Η παραγωγή ανεβαίνει επίπεδο, οι δύο δημιουργοί συνεχίζουν στον οίστρο τους, οι speed “ηχόδρομοι” δένουν αναπάντεχα αρμονικά με το folk στοιχείο και το metal γνωρίζει μία “αιρετική” και “ελκυστική συμμαχία”. Ίσως και ένα “προφητικό βλέμμα προς το μέλλον”, όπου δεκαετίες μετά, στο σήμερα, τέτοιες μουσικές συμπράξεις, ενώνουν εκ διαμέτρου αντίθετα είδη, σε σημείο “κορεσμού” και φορές “ενοχλητικά ημίαιμης φύσης”.



Ο οίστρος δε μοιάζει να έχει τελειωμό και με την ίδια σύνθεση, με το πέρασμα ακόμη ενός έτους “ξεπετάγεται” το “Jonah's Ark”. Ομάδα που κερδίζει δεν αλλάζει και η “συμμορία” συνεχίζει να παράγει καινοτόμα για την εποχή κομμάτια, με ακόμα εντονότερο πλέον το folk στοιχείο και το metal να έχει βρει στα πρόσωπά τους, μία “μουσική κιβωτό”, που οδηγεί σε ακόμα περισσότερες ημέρες δόξας. Τα φωνητικά, εμπλουτίζονται και με καθαρότερα και πιο γήινα “πεδία”, ενώ το βιολί και τα μουσικά μεταλλικά “μονοπάτια” που ξεπροβάλλουν μέσω αυτού, φέρνουν στη μνήμη θρυλικές στιγμές του “συμπατριώτη” τους Ian Anderson. (Άσχετο, αλλά 50 χρόνια rock ιστορίας κάτω από την Ακρόπολη ραντεβού μαζί του, απλά δεν χάνονται!!) Ο στίχος; “I'm just thinking aloud. Isn't thinking allowed?”



Και έρχεται θαρρείς και ήταν “προγραμματισμένοι” σε ετήσια βάση, το “Prince of the Poverty Line” (1994). Με μόνη αλλαγή την αντικατάσταση από την Catherine Howell, στην συνεισφορά βιολιού και keyboards, μας φέρνουν απέναντι στην πιο μεστή, πομπώδη, αριστουργηματική κυκλοφορία τους, που τους “εκτόξευσε” στην εκτίμηση του κοινού της εποχής, αλλά και χάραξε το όνομα της μπάντας στο μεταλλικό πάνθεον. Το επαναστατικό “Civil War Dance”, το “Land of the Rising Slum”, αλλά και το “A Bellyful of Emptiness”, προβάλλουν την ξεκάθαρη, αντικομφορμιστική, στιχουργική έμπνευση, που ξεχωρίζει για το “στίχο-ξυράφι”, εμποτισμένο με έντονο το στοιχείο κοινωνικού “ανεφησυχασμού”.
 


1995 και το “The Silent Whales of Lunar Sea”, συνοδεύεται με την προσθήκη της Georgina Biddle που ήρθε για να μείνει, αναλαμβάνοντας την folk μουσική “αποτύπωση”, και έτσι και έγινε, μέχρι και σήμερα. Αν και η “μουσική προβολή” αυτή γίνεται πιο διακριτική, δεν αφαιρείται. Παράλληλα, τα σχεδόν “μυστικιστικά” στοιχεία, γίνονται εντονότερα, ιδίως στις, κάποιες στιγμές, “απόκοσμες” εκφάνσεις του frontman. Συνολικά, αφήνει μία εντύπωση, προσωπικά, ότι είναι η πορεία προς την αναζήτηση νέων ιδεών και αποφυγής της, μέχρι τότε, “πεπατημένης”, με την τελική παραγωγή ενός αξιοπρεπούς δίσκου. Τελευταίος δίσκος, με τη συμμετοχή του Baxter στα drums…..



Το 1996 σημαδεύεται με την παραγωγή δύο full length, των “Irrational Anthems” και “Oui Avant-garde á Chance”.

Το πρώτο μοιάζει σαν προσπάθεια εκμοντερνισμού του ήχου τους, διατηρώντας τα δομικά στοιχεία εξ ων συνετέθη, με θετικά αποτελέσματα.

Συνολικά όμως, δεν “αποφέρει μεγάλα κέρδη”, σαν ποσότητα ικανοποιητικών συνθέσεων , με “φωτεινότατες”, προσωπικές εξαιρέσεις, τα “Inequality Street”, “History Lessens” και “Quantity Time”.



Το “Oui Avant-garde á Chance” από την άλλη, φαντάζει σαν η μπάντα να ήθελε στο ίδιο έτος , να παράξει ένα δεύτερο album, για προσωπική ευχαρίστηση και διασκέδαση. Το rock και το folk στοιχείο, επικρατούν συντριπτικότατα, σε ένα “άνισο μπρα-ντε-φερ” με το μεταλλικό, που σχεδόν…. απουσιάζει. Μία ωδή στην κέλτικη παράδοση, με ενδιαφέρουσες μουσικές εκφάνσεις και απολήξεις ωστόσο. Σε ξεχωριστή θέση, το cover στο “Master Race” των New Model Army.
 


Το κουαρτέτο συνεχίζει αδιάσπαστο και με τη συνεισφορά στα drums του Paul A.T. Kinson, παρουσιάζει το 1997 το “The Answer Machine?”. Μοιάζει σαν μία απόλυτα φυσική συνέχεια του “Oui Avant-garde á Chance”, ένα “κέλτικο ντελίριο” με προεκτάσεις, σε στιγμές, και προς ανατολίτικα “ενσταντανέ”, όπου η Georgina, κάνει αισθητότερη την παρουσία της. Το flirt με τα rock “στοιχειά”, αφήνει το metal (και το άλλοτε speed περισσότερο!) σε δεύτερη μοίρα. Κάποιες εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα, σε ένα δίσκο, που δεν στερείται ενδιαφέρουσων συνθέσεων, κάθε άλλο παρά metal όμως….
 


1999 αισίως, και η “εξέλιξη” έχει το όνομα .… “Vintage Whine”. Ο Kevin Ridley μαζί με τον Jay Graham στα drums, έρχονται να κάνουν εξαμελές το σύνολο, με τον πρώτο 2 χρόνια αργότερα να αναλαμβάνει τα φωνητικά έως και σήμερα, και τον δεύτερο να συμπράττει για 2 albums. Το “μενού” περιλαμβάνει επιστροφή στις ρίζες (και σαν ταχύτητα) και συνάμα (κατά άποψη γράφοντος), ένα από τα καλύτερά τους δημιουργήματα. Στιγμές όπως στο “The Silver Cloud's Dark Lining”, αποτελούν metal monuments και για τον αρμονικό συγκερασμό των ήχων. Speed folk metal at its best!!!!



Το “Folkémon”, που έρχεται εν έτει 2000, σηματοδοτεί και το τέλος μιας εποχής για τους Skyclad, αφού είναι και ο τελευταίος με την ισχυρή προσωπικότητα ονόματι Martin Walkyier, μαζί τους. Μία αποχώρηση του συνιδρυτή όχι κάτω από τις καλύτερες συνθήκες, η οποία ακολουθήθηκε και από ιδιαίτερα “ψυχρό” κλίμα. Βασισμένο στην επιτυχημένη, “ηχητική φόρμουλα” που είχαν τελειοποιήσει και χωρίς ιδιαίτερες παρεκκλίσεις, ενώ τα πολιτικά και κοινωνικά, παρεμβατικά “λογύδρια”, στέκονται σθεναρά εκεί.



Τα τρία albums που θα ακολουθήσουν, “No Daylights nor Heeltaps” (2002) (“επανεκτελέσεων ανάγνωσμα), “A Semblance of Normality” (2004), και “In the... All Together” (2009), χαρακτηρίζονται από την είσοδο του Arron Walton στα drums, που σηματοδοτεί την σύνθεση των επόμενων δεκαετιών (έως και σήμερα, με την προσθήκη μόνο του παλιού γνώριμου Dave Pugh στις κιθάρες στον τελευταίο τους δίσκο). Ο Kevin Ridley, έχει οριστικά αναλάβει τα φωνητικά και αυτό, από μόνο του, “αλλοιώνει” εν μέρει το “DNA” της μπάντας και απογοητεύει μέρος των παλιών οπαδών. Ηχητικά επικρατούν τα folk στοιχεία, πιο ταιριαστά σίγουρα στον νέο frontman.





To “Forward into the Past” (2017), τελευταίο τους πόνημα, θα δώσει τέλος σε μία δισκογραφική αποχή 8 ετών. Συμπίπτει με μία ακόμη προσπάθεια επιστροφής στις ρίζες, με την συμπερίληψη σε αυτό κάποιων speed-άτων κομματιών, σε έναν από τους πιο ετερόκλητους δίσκους τους. Ο Ridley μοιάζει πιο ταιριαστός στην rock-folk πλευρά της μπάντας και όχι στους metal-folk “ηχόδρομους”, ενώ συνολικά, πρόκειται για ενδιαφέροντα και αρκετά καλό δίσκο, που δημιουργεί προσδοκίες για τις live εμφανίσεις τους.



Με αυτήν την αφορμή, τιμούν τη χώρα μας σε μία mini περιοδεία (το έχουν ξανακάνει!), που έχει ξεκινήσει και συνεχίζεται σήμερα στην Λάρισα (Larissa Sports Center), αύριο στη Θεσσαλονίκη (Eightball Club) και την Κυριακή 14 Απριλίου στην Αθήνα (Temple Club).

Rate this item
(3 votes)
More in this category: « NAXATRAS ENSLAVED »
back to top

Template Design © info@DrakontasGraphics.com | Managemenent by www.theLeaders.EU | All Rights Reserved Rockway.gr 2012

Top Desktop version