Rockway gr

MADRUGADA Featured

Ένας λόγος για τον οποίο είναι γνωστή η νορβηγική πόλη Stokmarknes των 3.500 κατοίκων, είναι οι Madrugada. Εκεί δημιουργήθηκε ένα από τα πλέον εμβληματικά σχήματα της νορβηγικής σκηνής που τελείως  “βάναυσα” κι απροσδόκητα διακόπηκε η πορεία του.

Όταν αναφερόμαστε στους Madrugada είναι αναπόφευκτο πλέον, να μην μνημονεύσουμε την απώλεια Robert  Buras, το 2007, μόλις στα 31 του. Το στίγμα αυτής της απώλειας σημάδεψε και σηματοδότησε την πορεία των υπόλοιπων μελών που ακολούθησαν χωριστούς δρόμους από τότε.

Πάντοτε όμως, αυτό το άστρο έκαιγε μέσα τους και ήταν ζήτημα χρόνου να επανασυνδεθούν και με αφορμή τα 20 χρόνια από την κυκλοφορία του ανεπανάληπτου  “Industrial Silence”, o Sivert Høyem (“η φωνή”) και ο πρώτος drummer του σχήματος Jon Lauvland Pettersen, μετά από αρκετές μπύρες, αποφάσισαν να ξεκινήσουν περιοδεία για αυτή ακριβώς την επέτειο.

Μια αναδρομή, λοιπόν, στη δισκογραφική πορεία του εξαιρετικού αυτού σχήματος κρίνεται επιβεβλημένη.

Ο Frode Jacobsen (μπάσο) και  Jon Lauvland Pettersen (drums), έπειτα από αρκετό ψάξιμο ώστε να πετύχουν τη βέλτιστη σύνθεση για το alternative rock σχήμα τους ενσωμάτωσαν, χωρίς δεύτερες σκέψεις, τον ιδιαίτερο τραγουδιστή Sivert Hοyem και τον ταλαντούχο κιθαρίστα Robert S. Buras, όπου έμελλε να παίξουν τον πλέον καταλυτικό ρόλο για στην πορεία των Madrugada.

Η αποδοχή που είχαν τα 7ιντσα “Madrugada” (1998 - με τα εξαιρετικά “Belladonna” , “Strange Colour Blue”) και “New Depression” (1999), ώθησε τη νορβηγική EMI/Virgin να τους “γραπώσει”, υπογράφοντας συμβόλαιο μαζί τους  για 6 album και όπως τα πράγματα εξελίχθησαν, ήταν τελικά μοιραίο η τελευταία δουλειά που κυκλοφόρησαν με την εταιρία μετά το θάνατο του Buras να είναι και η 6η.



Το “Industrial Silence” (1999) αποτέλεσε τη γνωριμία των Madrugada με το ευρύ κοινό. Η μαγευτική, βελούδινη, εκφραστική, σπαρακτική άλλοτε φωνή κι ερμηνεία του Høyem, κατέκτησε άπαντες· κοινό και κριτικούς, κυρίως στην πατρίδα τους. Οι ιδιαίτερες “δυτικότροπες”, σκοτεινές, μελαγχολικές alternative rock συνθέσεις, με γεμάτη και στιβαρή ενορχήστρωση, καθαρτικούς – λυτρωτικούς στίχους έφεραν στο προσκήνιο την εξέλιξη της rock μπαλάντας πέρα και μέσα από τον Cave, αγγίζοντας τους Velvet Underground στην ψυχεδελική τους όψη και επανα- συστήνοντας τον Cohen. 



Μια εξαιρετική παραγωγή 13 συνθέσεων που συνδυάζουν την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα με το ποιητικό μελαγχολικό λυρισμό κι είναι τόσες “καλές” στιγμές που αν πούμε ότι ξεχωρίζουμε κάποιο από τα  “Vocal”, “Shine”,  “Salt”, ή “Sirens”, έρχεται ένα “Beautyproof” να μας ισοπεδώσει.



Η δεύτερη δισκογραφική δουλειά τους “The Nightly Disease” ήρθε δύο χρόνια αργότερα για να προσδιορίσει το στίγμα τους. Η ατμόσφαιρα σαφώς πιο μελαγχολική, θλιβερή, έχει ως απώτερο στόχο να προσεγγίσει τα πιο δυσπρόσιτα και  σκοτεινά σημεία της ανθρώπινης ψυχής.



Οι επιρροές ίσως πιο ευδιάκριτες από ποτέ (το “Nightly disease part II” και το “Lucy one” θυμίζουν  Stooges στο έπακρον), αλλά ο τρόπος που αποδίδουν είναι πέρα για πέρα μοναδικός. Η ηχογράφηση πραγματοποιήθηκε επί Αμερικάνικου εδάφους και η παραγωγή από τον John Agnello, οποίος πίστεψε στη δυναμική τους υπέρμετρα.



Στο “The Nightly Disease” λάμπει το ταλέντο του Buras, όπου η κιθαριστική του προσέγγιση με τα επικά του glissando, όχι μόνο συντελεί στη διαμόρφωση της ατμόσφαιρας, αλλά αντικαθιστά ή συμπληρώνει τα αισθαντικά “φωνητικά” του Hoyem. Σε γενικές γραμμές, αν εντρυφήσουμε σ’ αυτή τη δουλειά, το όλο concept μοιάζει με αυτοεκπληρούμενη προφητεία για το μέλλον τους και την ξαφνική κατάληξη του Buras.



Το “The Nightly Disease” αποτέλεσε την ολοκλήρωση ενός κύκλου για το σχήμα μιας και ο Jon Lauvland Pettersen, ιδρυτικό μέλος και drummer της μπάντας, αποφασίζει να αποχωρήσει, μη αντέχοντας την πίεση από τη δισκογραφική και τις εντάσεις μεταξύ των μελών. Τη θέση του για τα επόμενα τρία χρόνια πίσω από τα τύμπανα παίρνει ο Simen Vangen.

Το “Grit” του 2002 τους βρίσκει ν’ ακολουθούν πιο σκληρά και πειραματικά μονοπάτια, φορτώνοντας τις συνθέσεις με πιο ηλεκτρισμένες φόρμες, αλλά διατηρούν τη μελαγχολία και το λυρισμό τους. Το γεγονός ότι την παραγωγή αναλαμβάνει ο παραγωγός των Head και πραγματοποιείται στο studio των Einstürzende Neubauten, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του ύφους τους με πιο industrial και noise στοιχεία, αλλά και πιο classic rock γέφυρες. Οι Madrugada, βγαίνουν από το απόλυτο σκοτάδι στο ημίφως σιγά σιγά.



Εντούτοις, ένα “Majesty” φάνηκε αρκετό για να κοσμήσει τις λίστες των οπαδών τους, εξαπολύοντας τους απαραίτητους συναισθηματικούς μύδρους που είχαν ανάγκη.



Το 2005 με την κυκλοφορία του “The Deep End” οι Madrugada, αναμιγνύουν με αστείρευτη έμπνευση και σκληρή δουλειά, όλα τα στοιχεία που γνώριζαν καλά (σκοτεινό ύφος, λυρισμό), παραμερίζοντας τον πειραματισμό κι ίσως σ’ ένα βαθμό παραγκωνίζουν τις “ηλεκτρισμένες” κιθάρες, ενώ ο Hoyem, ανέβασε τον τόνο του πιο ψηλά προσδίδοντας μια πρωτόγνωρη ένταση στα φωνητικά και μεγαλύτερη αμεσότητα από τη μπάσα χαρακτηριστική χροιά που μας είχε συνηθίσει.



Το γενικότερο ρετουσάρισμα που έκαναν τους απογείωσε, τόσο στη Νορβηγία (κέρδισαν 3 βραβεία αντίστοιχα των Grammy), αλλά και στο εξωτερικό εδραιώθηκε η αναγνωρισιμότητά τους. Το  “The Deep End” εδραίωσε και τις σχέσεις της μπάντας με το ελληνικό κοινό (έμεινε για 4 εβδομάδες στη κορυφή των προτιμήσεων του ελληνικού κοινού) και αποτέλεσε το εφαλτήριο για μια μακρόχρονη αμφίδρομη σχέση που δεν έχει διαρραγεί από τότε,  με τον Hoyem να κρατά αυτή τη φλόγα άσβεστη.



Το συγκεκριμένο πόνημα θεωρείται και η κορωνίδα της δισκογραφίας των Νορβηγών μέχρι σήμερα, μια εξαιρετική δουλειά, με την παραγωγή να πραγματοποιείται στα στούντιο της EMI στο Los Angeles υπό την καθοδήγηση στην παραγωγή του George Drakoulias και αποτέλεσε εφαλτήριο για μια σειρά από επιτυχημένες ζωντανές εμφανίσεις κυρίως σε ευρωπαϊκό έδαφος, με κατάληξη ένα live album το “Live at Tralfamadore”  που κυκλοφόρησε το Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς.



Στο live αυτό album περιλαμβάνεται και το “You Better Leave”, που δεν υπάρχει σε καμία άλλη studio δουλειά τους και γενικότερα (αν και δεν είμαι οπαδός των live album), η συγκεκριμένη εμπεριέχει πολλές πτυχές του ήχου και της φιλοσοφίας του, μιας και οι ζωντανές εμφανίσεις αποτελούσαν ζωογόνο στοιχείο για τη μπάντα.



Ήδη πριν από την κυκλοφορία του “The Deep End”, τα μέλη του σχήματος είχαν αρχίσει να ακολουθούν σόλο καριέρες (ο Hoyem είχε κυκλοφορήσει το 2004 το “Ladies and Gentlemen of the Opposition” και ακολούθησε το “Exiles” το 2007, ο Buras με το σχήμα My Midnight Creeps ένα ομότιτλο album το 2005), όμως πάντοτε οι Madrugada ήταν συνεκτικός κρίκος γι’ αυτούς και κατόρθωναν να αφιερώνουν χρόνο και ιδέες για το σχήμα που τους ανέδειξε. Παρά την παύση που έκαναν το 2006, την επόμενη χρονιά μπήκαν στο studio δουλεύοντας νέες συνθέσεις, μ’ ένα παλιό τους γνώριμο στην παραγωγή, τον John Agnello.

Τα γεγονότα όμως, τους πρόλαβαν ή μάλλον τους “πάγωσαν”. Ο αιφνίδιος θάνατος του Robert  Buras, που βρέθηκε νεκρός στο διαμέρισμά του με μια κιθάρα αγκαλιά στις 12 Ιουλίου του 2007, άφησε άπαντες ως στήλη άλατος.



Το βίντεο που ακολουθεί αποτελεί ένα φόρο τιμής από τα μέλη των συγκροτημάτων που συμμετείχε ο εξαιρετικός κιθαρίστας και τραγουδοποιός (Madrugada /My Midnight Creeps) στο  Øyafestival (Oslo, Αύγουστος του 2007). Οι σκηνές είναι κάτι παραπάνω από συγκινητικές  κι οι ερμηνείες συγκλονιστικές.



Το να ανασυνταχτούν και να μαζέψουν τα κομμάτια τους προκειμένου να φέρουν εις πέρας την τελευταία τους αποστολή, ήταν ένας Γολγοθάς όπως δήλωσαν αλλά και λύτρωση όταν την ολοκλήρωσαν. Το Ιανουάριο, λοιπόν, του 2008, κυκλοφόρησε το τελευταίο album της μπάντας το ομότιτλο “Madrugada”, με το κιθαριστικό μέρος να έχει ηχογραφηθεί από τον ίδιο τον Buras πριν το θάνατό του και να ακολουθεί μια τελευταία περιοδεία για το σχήμα.

Το ακροτελεύτιο  αυτό  πόνημα αποτελεί και το αποκορύφωμα της έμπνευσής τους, συνθετικά, στιχουργικά και ερμηνευτικά.  Υπό την σφραγίδα του John Agnello, του ανθρώπου που πίστεψε πρώτος στη δυναμική τους, η πέμπτη ολοκληρωμένη τους studio δουλειά ήταν το καταλληλότερο αντίο – κλείσιμο αυτής της ταραγμένης και φορτισμένης περιόδου τους, με το “Valley of Deception”, που ακολουθεί να είναι το τελευταίο τραγούδι που υπογράφει στιχουργικά ο αδικοχαμένος rocker.


 
Ενώ οι στίχοι του επί μια τουλάχιστον δεκαετία φίλου Sivert Hoyem στο “Our Time Won't Live That Long”, που τραγουδά ο ίδιος ο Buras και παίζει στην ακουστική του κιθάρα, είναι ίσως το ιδανικότερο κλείσιμο της αυλαίας και η επιτομή της ειρωνείας που επιφύλασσε η τύχη.

“Don't know when they put me in the ground, I don't know if I was left alone
All thet matters that I follow you, on my way to the unknown bound”


 
Το “The Best Of Madrugada” (2010) είναι και μια τελευταία συλλογή που βγαίνει δισκογραφικά υπό τους Madrugada και η λίστα των τραγουδιών καταρτίστηκε από τον Sivert Hoyem, τον Frode Jacobsen και τον Jon Lauvland Pettersen, με μια ακυκλοφόρητη ως τότε σύνθεση “All this wanting to be free”.


 
Ένα σχήμα που αγνόησε το αγγλοσαξονικό κοινό και απαξίωσαν οι αρκετοί κριτικοί (ακόμα και στη χώρα μας, που οι ίδιοι θεωρούν δεύτερη πατρίδα τους), αλλά κατάφερε να δώσει ένα στίγμα δυσαναπλήρωτο, μοναδικό κι αυθεντικό.
Madrugada σημαίνει “Μπλε ώρα”, η ώρα δηλαδή ακριβώς πριν ξημερώσει, τότε που ο ουρανός παίρνει μια βαθιά μπλε απόχρωση, αυτό το “Strange Colour Blue”, που σημαίνει τη μετάβαση από το απόλυτο σκοτάδι της νύχτας στο πέρασμα σ’ ένα καινούργιο αύριο.

Στις 5, 7 & 8 Απριλίου, αυτό το “παράξενο μπλε χρώμα” μέλλει να ξαναζωντανέψει μέσα από τα μουσικά τους ηχοτοπία, τη γλυκιά κι ηλεκτρισμένη μελαγχολία τους, στο Principal Club Theater (Θεσσαλονίκη) και στο Tae Kwon Do Arena (Αθήνα – δελτίο τύπου), σ’ ένα συναυλιακό γεγονός που αναμένουν οι Έλληνες οπαδοί του εν είδει μυσταγωγίας, έχοντας αποσπάσει έως τώρα τις καλύτερες κριτικές από όπου κι αν έχουν εμφανιστεί στη Βόρεια Ευρώπη. 20 χρόνια μετά την κυκλοφορία του “Industrial Silence”, οι Νορβηγοί rockers έχουν πολλές ιστορίες να μας διηγηθούν.

Rate this item
(5 votes)
More in this category: « NICK WATERHOUSE BLUES WIRE »
back to top

Template Design © info@DrakontasGraphics.com | Managemenent by www.theLeaders.EU | All Rights Reserved Rockway.gr 2012

Top Desktop version