Rockway gr

BRYAN FERRY Featured

“Ένα αφιέρωμα για τον Bryan Ferry και γρήγορα παρακαλώ”, “διέταξε” η αρχισυνταξία! Μισό λεπτό κύριοι, Bryan Ferry είναι αυτός, ο άνθρωπος που με την ευρύτερη καλλιτεχνική του συνεισφορά, άλλαξε τα παγκόσμια καλλιτεχνικά δρώμενα, διατάραξε το ευρύτερο φάσμα της μουσικής μ’ ένα μοναδικό, βελούδινο και εκλεπτυσμένο τρόπο. Έχουμε να κάνουμε μ’ ένα Βρετανό ογκόλιθο κι ως γνωστόν, οι Βρετανοί παίρνουν το χρόνο τους και μου ζητάτε να βιαστώ;

Τέλος πάντων, με αφορμή την επικείμενη εμφάνισή του στο Ηρώδειο, την Τρίτη στις 11/9, σηκώσαμε μανίκια και σας παρουσιάζουμε τα σημαντικότερα στιγμιότυπα της καριέρας του μεγάλου αυτού καλλιτέχνη, υπό το πρίσμα της προσωπικής του δισκογραφίας, αλλά και την τεράστια καριέρα που έκανε με τους Roxy Music, οι οποίοι είναι δικαίως ταυτισμένοι με τον ίδιο.



Roxy Music
Περί τα τέλη της δεκαετίας του 1960, δημιούργησε με τον μπασίστα Graham Simpson, τους θρυλικούς Roxy Music, ένα κράμα μουσικών – φίλων, γνωστών από τη σχολή καλών τεχνών όπου φοιτούσαν, όπως ο Phil Manzanera – κιθάρα, ο Andy Mackay – σαξόφωνο και όμποε και ο Paul Thompson – κρουστά, κι ανάμεσά τους “ο πολύς” Bryan Eno στα πλήκτρα (ο οποίος αποχώρησε το 1973).

Η παρουσία τους έδωσε άλλη διάσταση στην pop-rock σκηνή, συνδύασαν με απαράμιλλο τρόπο στοιχεία από soul, Jazz, rock, pop και εξέπεμπαν μια μοναδική glamour αίσθηση, που το concept της ήταν βασισμένο στις πρωτοποριακές στυλιστικές φόρμες του Ferry, με τη στιχουργική τους να απορρέει μία σαγηνευτική μελαγχολία και τη μουσική τους να πλαισιώνει άρτια, το project του Βρετανού τραγουδοποιού και ασύγκριτου ερμηνευτή.



Την ώρα που η Βρετανική σκηνή έμελλε να αλωθεί από το punk, ο σκληρός ήχος συνέπαιρνε τη βάση της νεολαίας, με το heavy metal να εγκαθιδρύει τους προπάτορές του, και τη funk και τη soul να κυριαρχούν με το ρυθμό τους στον τρόπο διασκέδασης ανά την υφήλιο. Από την άλλη οι Roxy Music φορούσαν τα φανταχτερά κοστούμια τους κι ανέβαιναν τα σκαλιά των charts σαν πραγματικοί Gentlemen με το ιδιότυπο ύφος τους, επιδραστικό κατά πολλούς όσο αυτό του Bowie.

Το ντεμπούτο και ομότιτλό τους album “Roxy Music”, κυκλοφόρησε το 1972 (κι αφού για την προώθησή του είχε προηγηθεί το single “Virginia Plain”, φτάνοντας στο No. 4 των U.K. charts), και θεωρείται, όχι άδικα, μία από τις καλύτερες εναρκτήριες δουλειές όλων των εποχών, φτάνοντας με τη μία στο No. 10 των βρετανικών charts. Ισορροπώντας ανάμεσα στην avant – pop και το glamour στοιχείο, τις ηλεκτρονικές συνθέσεις του Eno να αναδεικνύουν τις στιχουργικές και ενορχηστρωτικές δεξιότητες του Ferry και τη μαγευτική φωνή του να σαγηνεύει και να “γραπώνει” το κοινό.



Το επόμενο album, “For Your Pleasure”, που κυκλοφόρησε το Μάρτιο του 1973, αποτέλεσε εφαλτήριο της καταξίωσης και κατέκτησε το Νο.4 στη Βρετανία. Η συγκεκριμένη δουλειά είναι το αποτέλεσμα μίας μάχης μεταξύ Eno και Ferry, δηλαδή progressive και πιο mainstream γραμμών. Το αποτέλεσμα μπορεί να δικαίωσε άπαντες και να άφησε αποσβολωμένο το κοινό, αλλά σήμανε και το τέλος του Eno από τους Roxy Music, λόγω διαφωνιών με τον Ferry. Είναι πλέον εμφανές ότι οι avant-garde προοπτικές μπορούν να διατρέξουν αβίαστα ένα pop περίβλημα, δημιουργώντας ένα εξαιρετικό album αντιθέσεων και συνθέσεων.



Η απόσταση από το εξαιρετικό μέχρι το μεγαλειώδες όμως, “ένα τσιγάρο δρόμος”. Στην περίπτωση των  Roxy Music του Ferry (πλέον) δεν πήρε περισσότερο από 7 μήνες για να σκαρφαλώσουν στο Νο.1 στη Βρετανία και να παρουσιάσουν την καλύτερη ίσως δουλειά τους, αποτέλεσμα του ανεξάντλητου δημιουργικού οίστρου του front man τους.

Το “Stranded” χτίζει την περσόνα του Ferry για τα επόμενα χρόνια, κι απαλλαγμένο από εσωτερικές διαμάχες, πειραματίζεται στο μέτρο που ο εμπνευστής του τού επιτρέπει. Η παρουσία του τότε 19χρονου Eddie Jobson (synthesizers, keyboards, ηλεκτρικό βιολί) αντικαθιστά επάξια τον Eno σύμφωνα με το πλάνο του Ferry, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στα βαριά κιθαριστικά περάσματα και λιγότερο στα electro - πειράματα. Πολλοί θεωρούν, κι όχι άδικα, το συγκεκριμένο πόνημα ως την επιτομή του “art rock”, με τον ίδιο τον Eno ν’ αναγνωρίζει τη σημαντικότατη επίδραση του “Stranded” και του “Country Life”,  που ακολούθησε το 1974 (Νο. 3 στα βρετανικά charts και No. 37 στις ΗΠΑ), στη Βρετανική rock.



Με το “Country Life”, οι Roxy Music έφτασαν στο ζενίθ της δημιουργικότητάς τους, και αποτελεί ίσως μία διδαχή για τη σκηνή του “εκλεπτυσμένου” ύφους που οι ίδιοι δημιούργησαν. Από τα αέρινα και βελούδινα “All I Want Is You” και “Prairie Rose”, ως τα πιο κομψά pop θέματα όπως το “A Really Good Time”, το “Country Life” βρίθει από θρυλικά tracks και οι Roxy Music σπάνια ακούγονται τόσο αναζωογονητικοί όσο εδώ.



Το “Siren” που ακολούθησε τον Οκτώβρη του 1975, έσπασε τους φραγμούς της δύσκολης αμερικάνικης αγοράς για το σχήμα και επιπλέον τους καθιέρωσε στη συνείδηση του κόσμου, μ’ ένα από τα πλέον εμβληματικά θέματά τους, το “Love Is the Drug”. Εντούτοις, τα πρώτα σημάδια ατονίας της γοητείας που εξέπεμπαν, είχαν αρχίσει να διαφαίνονται, με τις υπόλοιπες συνθέσεις να κινούνται στα όρια της μετριότητας για τα δεδομένα τους και μία αποχή τριών χρόνων από το στούντιο και τεσσάρων από τη δισκογραφία κρίθηκε επιβεβλημένη. Επέλεξαν την πλέον κατάλληλη στιγμή για να αποστασιοποιηθούν και να επικεντρωθούν σε σόλο πορείες που είχαν παράλληλα ξεκινήσει 2-3 χρόνια πριν, ίσως στο απόγειο της εμπορικής τους επιτυχίας.



Επιστρέφοντας στη δράση μετά από τέσσερα χρόνια, οι Roxy Music επαναπροσδιόρισαν τον ήχο και τη θεματολογία τους στο “Manifesto” (1979). Περισσότερο από ποτέ, μοιάζουν σαν το side project του Bryan Ferry και στον ήχο τους έχουν απομονωθεί τα περισσότερα rock στοιχεία τους, δίνοντας έμφαση σε disco – pop μονοπάτια. Παρόλο που η τραγουδοποιία τους δεν τηρεί μία συνέπεια, υπάρχουν αρκετές δυνατές και εμπνευσμένες στιγμές, ειδικά στο “Angel Eyes” και το “Dance Away”. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι μία στιγμιαία disco – pop περιπέτεια (όχι ιδιαίτερα ευχάριστη, αλλά “ιδιόρρυθμα” σαγηνευτική).



Ένα χρόνο μετά, το “Flesh and Blood” (1980) έρχεται να βάλει τα πράγματα σε μία τάξη. Ένα album που για τα αμερικάνικα δεδομένα, φάνηκε να είναι αρκετά υποτονικό και άνευρο, όμως το βρετανικό κοινό το ανέβασε στην κορυφή αναγνωρίζοντας τις μεγάλες στιγμές του εκλεπτυσμένου και φινιρισμένου pop – rock ήχου τους.  Το τρίο Ferry, Manzanera, MacKay, χαρίζει κάποιες από τις ωραιότερες στιγμές αυτής της, ίσως προσωποκεντρικής, μπάντας με τα “Over You”, “Oh Yeah” και “Same Old Scene” να ξεχωρίζουν.



Το ακροτελεύτιο studio album του τεράστιου αυτού βρετανικού σχήματος, το θρυλικό “Avalon” (1982), έμελλε να είναι το πλέον εμβληματικό τους (και κατά πολλούς το καλύτερο), αλλά σίγουρα και το πιο εμπορικό κι αγαπημένο του κοινού (Νο.1 σε Ην. Βασίλειο για περισσότερες από 3 εβδομάδες και Νο.53 στις ΗΠΑ). “More Than This” και “Avalon”, ίσως αρκούσαν για να το απογειώσουν, αλλά όλο το πόνημα διαχέεται από έναν ρομαντισμό, που δε θα συναντήσουμε τόσο έντονο σε καμιά προηγούμενη δουλειά τους, κι αναμφισβήτητα είναι ένας πολύ “χαριτωμένος”, θα λέγαμε, τρόπος για να λήξει (δισκογραφικά) αυτή η πορεία.



Σ’ αυτό το σημείο, αξίζει να σημειώσουμε ότι το μοναδικό Νο.1 single του θρυλικού αυτού σχήματος, προήλθε από μία διασκευή στο “Jealous Guy” του John Lennon, ως φόρο τιμής στον αδικοχαμένο καλλιτέχνη ένα χρόνο μετά το θάνατό του, στην πιο αξιομνημόνευτη εκτέλεση που γνώρισε έως σήμερα αυτό το τραγούδι. Το ομότιτλο single, περιείχε επίσης και το “To Turn You On”, δια χειρός Ferry.



Η solo πορεία του B. Ferry
Από τα πρώτα χρόνια κιόλας χρόνια ύπαρξης των Roxy Music, ο Β. Ferry ξεκίνησε να χτίζει την προσωπική του καριέρα, κι ως ανήσυχο πνεύμα που ήταν, εμπλεκόταν σε διάφορους κύκλους της “καλλιτεχνικής ελίτ”, με αποτέλεσμα να εκφράζεται με ανεξάρτητες δισκογραφικές δουλειές.

Το ντεμπούτο προσωπικό του album, κυκλοφόρησε τον Οκτώβρη του 1973 κι ήταν η απόλυτη εμπορική επιτυχία, χαίροντας αναγνωρισιμότητας και στους καλλιτεχνικούς κύκλους, με τον τρόπο που διασκεύασε - “μεταχειρίστηκε” αγαπημένες συνθέσεις του, γνωστών καλλιτεχνών, από τον Dylan, τους Beatles μέχρι και την Erma Franklin. To “These Foolish Things”, έφτασε στο Νο.5 στο Ην. Βασίλειο, κι αυτό ήταν απαρχή μίας συναρπαστικής, “φανταχτερής” σόλο πορείας.



Το καλοκαίρι του 1974, ακολουθώντας την ίδια συνταγή, κυκλοφορεί ακόμη ένα album διασκευών το “Another Time, Another Place” (εκτός από το ομότιτλο θέμα που υπογράφει ο ίδιος), ανεβαίνει ακόμα μία θέση στα UK charts (Νο. 4) και αποκρυσταλλώνεται το glam – rock ύφος του, δημιουργώντας ένα χαρακτήρα που δεν είναι τίποτα άλλο από τον αντικατοπτρισμό του καλλιτεχνικού του υπόβαθρου και του χαρακτήρα του.

Το “άνοιγμα” και σε country καλλιτέχνες, αποδίδοντας σε πιο αυστηρό ύφος πλέον τις συνθέσεις τους σε σύγκριση με το “These Foolish Things”, έκαναν την ίδια συνταγή να μοιάζει εξίσου σαγηνευτική. Τα jazz περάσματα είναι εμφανή, αλλά το γενικότερο art pop/rock concept διατηρείται στον έπακρον.



Στο “Let's Stick Together” του 1976, εν μέσω επαναπροσδιορισμού των Roxy Music, ο Ferry πέρα από την προσφιλή του συνήθεια να διασκευάζει αγαπημένα του θέματα, εντάσσει και δικές του συνθέσεις και επανεκτελέσεις κομματιών των Roxy. To αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό για ακόμα μία φορά και σιγά σιγά ξετυλίγει στο κοινό και τις συνθετικές του αρετές. Εντούτοις, διαφαίνεται ότι γενικότερα τα πράγματα έχουν φτάσει σε κάποιο σημείο καμπής. Ίσως ένα μικρό peak στην έως τώρα καριέρα του, με εμφανή κάποια σημάδια κρίσης ή καλλιτεχνικού επαναπροσδιορισμού και αναμόχλευσης.



Η πρώτη φορά που παρουσίασε μία σόλο δουλειά με αποκλειστικά δικό του υλικό, ήταν στο “In Your Mind” του 1977.  Η λογική του album, ταυτίζεται σχεδόν με αυτή του “Siren” με δυνατά rock θέματα να διαδέχονται από πιο smooth συνθέσεις, αλλά όπως προαναφέραμε η έμπνευση του Βρετανού καλλιτέχνη είχε μπει σε μία περίοδο κρίσης, αφού το αποτέλεσμα κρίνεται μετριότατο για τα standards του.



Το 1977, ο Ferry βιώνει ένα πολύ δυνατό χωρισμό, αφού η μούσα του Jerry Hall (η οποία κόσμησε με την παρουσία της τα εμβληματικά εξώφυλλα των Roxy Music), τον άφησε για τον Mick Jagger και οι αναφορές στο “The Bride Stripped Bare” (1978), είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς. Το album δεν έτυχε της αποδοχής που ανέμενε ο καλλιτέχνης, μιας και συνέπεσε με την έκρηξη του Punk κινήματος, κατόρθωσε, εντούτοις, να φτάσει στο Νο.13 των UK charts. Η λάμψη του Ferry έχει εμφανώς καταλαγιάσει, όμως ανάμεσα σε διασκευές και δικές του συνθέσεις, θα συναντήσουμε διαμάντια που θα νικήσουν το χρόνο και θα εκτιμηθούν με την πάροδο των δεκαετιών.



Η επάνοδος του Ferry μπορεί να άργησε 8 περίπου χρόνια, αλλά συνοδεύτηκε με ένα album σταθμό για την καριέρα του. Η πορεία του “Boys and Girls” (1985), είχε προδιαγραφεί από τα singles “Don't Stop the Dance”και “Windswept”, ενώ μόλις κυκλοφόρησε έφτασε στο Νο.1 των βρετανικών charts, με το “Slave to Love” να γίνεται το σήμα κατατεθέν του καλλιτέχνη. Για το συγκεκριμένο πόνημα είχε συνδράμει η βρετανική κιθαριστική dream team, αφού οι Neil Hubbard, Mark Knopfler, David Gilmour, συνέβαλαν καθοριστικά σ’ αυτό το εξαιρετικό album. Ενορχηστρωτικά και συνθετικά, βρισκόμαστε σε μία περίοδο όπου ο Ferry έχει κατορθώσει να μαζέψει όλα τα στοιχεία της φινέτσας του, παντρεύοντάς τα μ’ ένα πιο smooth pop ήχο, μακριά από εκρήξεις και πειραματισμούς.



Το 1987, το “Bête Noire” που ακολούθησε, κατά προσωπική μου άποψη παρασύρθηκε από τη δυναμική του “Boys and Girls”, κι είχε μεγάλη εμπορική επιτυχία. Αρκετοί βιάστηκαν να το χαρακτηρίσουν ως  “Boys and Girls ΙΙ”, όμως πέρα από κάποιες εξαιρετικές στιγμές όπως το “Kiss and Tell”, το “Limbo” και το “The Right Stuff”, συνολικά το album κινείται στη μετριότητα και είναι σαφώς υπερεκτιμημένο. Ο Ferry πάραυτα, σάρωνε στα lives ανά την υφήλιο (με μεγάλη δυναμική στην Αυστραλία) και ισχυροποιούσε το μύθο του και τη δυναμική του.



Στο “Taxi” του 1993, ο Ferry κάνει στροφή σε μία προσφιλή του συνήθεια. Τις διασκευές. Πρόκειται για ένα από τα καλύτερα album διασκευών του, που με την αισθαντική φωνή του, την αέρινη ενορχήστρωση, αλλά και την εξαιρετική παραγωγή, μας επανασυστήνει, με το δικό του τρόπο, γνωστές κλασικές συνθέσεις.

Σ’ αυτό το σημείο θα πω και τον πόνο μου περί αδικίας! Αν ο Bryan Ferry έχει διασκευάσει κόσμο και κοσμάκη και φιγούραρε σχεδόν πάντα στην εικοσάδα των UK charts, γεμίζοντας τον τραπεζικό του λογαριασμό με εκατομμύρια λίρες, ο Screamin' Jay Hawkins που έχει διασκευαστεί άπειρες φορές (όπως και στο “Taxi” από τον Ferry), πέθανε στην ψάθα. Αλλά τί να κάνουμε, αυτή ήταν και είναι, σε άλλο επίπεδο βέβαια, η μουσική βιομηχανία. Η διασκευή στο “I Put a Spell on You” είναι εξαιρετική, αλλά επίσης μαγεύει στο “Will You Love Me Tomorrow”, όπως και στο “Taxi”.



Ίσως το πλέον υποτιμημένο και με λίγες αναφορές album του Ferry, είναι το “Mamouna” (1994), το οποίο έτυχε να ακούσω ολόκληρο πάλι, με την ευκαιρία του αφιερώματος. Ένα έργο το οποίο δουλευόταν για περίπου 6 χρόνια από τον ίδιο και περιείχε ατόφιο υλικό από την εποχή των Roxy. Οι μουσικοί που συνέδραμαν στην παραγωγή, ήταν αρκετοί παλιοί γνώριμοι και χρόνια συνοδοιπόροι του, όπως ο Phil Manzanera και ο Robin Trower, ενώ ο Brian Eno, άφησε κι αυτός το στίγμα του εδώ, ως ένα σημείο μίας μακρόχρονης συνεργασίας που θα ακολουθούσε και επαναπροσδιορισμού των σχέσεών τους. Ένα album άλλοτε εσωτερικό και αισθαντικό, κι άλλοτε εκρηκτικό και δυναμικό. Αξίζει να το αναζητήσετε και να το ακούσετε!



Το κλείσιμο της χιλιετίας, ήταν ευκαιρία για τον Ferry ν’ ανασύρει τις jazz επιρροές του στο μέγιστο. Το 1999 κυκλοφορεί το “As Time Goes By”. Δεν είναι απλά ένα ακόμα album διασκευών, αλλά μία εξαιρετική σειρά από επανεκτελέσεις κομματιών μεγάλων συνθετών και τραγουδοποιών του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, όπως Herman Hupfeld, Jerome Kern, Cole Porter. Το συγκεκριμένο πόνημα είναι ένα διαμάντι για κάθε δισκοθήκη και κάθε μουσικόφιλο, και όχι μόνο της jazz. Ο Ferry κατορθώνει να διαπεράσει τ’ αυτιά μας μ’ όλη τη γοητεία που τον διαπνέει και μπορεί να συγκριθεί μόνο με το “The Jazz Age”, που θα κυκλοφορούσε το 2012.



Η ομάδα του “Mamouna” (συμπεριλαμβανομένου Eno), εμπλουτισμένη με μία πλειάδα επίσης εξαιρετικών μουσικών (Dave Stewart – Eurythmics), δούλεψε σε συνθέσεις των περισσοτέρων συνεργατών, με κύριους εκφραστές τους Ferry, Eno, Stewart, και έτσι προέκυψε το 11ο solo album του πρώην ηγέτη των Roxy Music, υπό τον τίτλο “Frantic” (2002), περιλαμβάνοντας και λίγες διασκευές σε 14 εξαιρετικά tracks. Ακόμα πιο υποτιμημένο από το “Mamouna”, ίσως συνθετικά ένα σκαλοπάτι πάνω από αυτό. Ένα ακόμα καλοδουλεμένο διαμάντι στη βιτρίνα της δισκογραφίας του!



Αν κάνουμε μία επισκόπηση σ’ όλη τη δισκογραφία του Ferry, θα διαπιστώσουμε την περίοπτη θέση που κατέχει στις διασκευές του ο Bob Dylan (είναι ο πρώτος στις προτιμήσεις του). Ήγγικεν η ώρα λοιπόν, ένα album με διασκευές να αφορά εξ’ ολοκλήρου συνθέσεις του Αμερικάνου τραγουδοποιού, το “Dylanesque” (2007). Προσωπικά θεωρώ ότι είναι το καλύτερο tribute που έχουν κάνει ποτέ στον Dylan. Ο λόγος είναι απλός. Ο Dylan μας αποκαλύπτεται μέσα από τα μάτια του Ferry, μονάχα από τη δική του, εκλεπτυσμένη κι αέρινη προοπτική. Πραγματικά δεν έχει τίποτα που να μας τον θυμίζει. Ο ορισμός του tribute album, με τους συνοδοιπόρους του “Frantic” (Robin Trower, Brian Eno) να τον πλαισιώνουν.



8 χρόνια μετά το “Frantic”, ο Ferry επιστρέφει το 2010 με νέο υλικό, στο “Olympia”. Στο εξώφυλλο: η θεάρα Kate Moss, αποδίδοντας φόρο τιμής στον πίνακα “Ολυμπία” του Μονέ και παραπέμποντας στα φανταχτερά εξώφυλλα με μοντέλα των Roxy Music πίσω στα 70’s. Oι μουσικοί; Παλιοί καλοί γνώριμοι και νεότεροι, αλλά ήδη αναγνωρισμένοι στο χώρο: Eno, Manzanera, Mackay, David Stewart, Groove Armada, Nile Rogers, David Gilmour.

Οι κριτικοί το εκθείασαν, μίλησαν για επιστροφή του Δάντη της rock, προσωπικά όμως δε με ενθουσίασε, μου δημιούργησε την αίσθηση ότι προσπαθούν να βγάλουν από τη ναφθαλίνη κάτι παλιό κι αναγνωρισμένο και με νεωτερισμούς να το παρουσιάσουν ως εκκεντρικό. Αποτελεί μία σύγχρονη εκδοχή των Roxy Music, όχι και τόσο επιτυχημένη. Πολύ καλή στιγμή όμως, η διασκευή στο “Song to the Siren” των Tim Buckley, Larry Beckett.



Το 2012, βρίσκει τον Ferry με πλήρως ανανεωμένη ομάδα μουσικών, με διαφορετική οπτική για τα πράγματα, επιδιώκοντας να δηλώσει ακόμα ένα “παρών” στη δισκογραφία. Κυκλοφορεί το “The Jazz Age”, μΊα συλλογή βασισμένη σε διασκευές, αυτή τη φορά της δικής του πορείας, από την εποχή των Roxy Music έως το “Olympia”, φυσικά με jazz διάθεση.  Το συγκεκριμένο jazz ύφος είχε πάντα περίοπτη θέση στο μυαλό και την πορεία του Ferry, και αποδεικνύεται ότι του ταιριάζει “γάντι” στο απόγειο της ωριμότητάς του. Αφήστε στην άκρη τα “Avalon” και “Slave to Love” όπως τα ξέρατε. Ο Ferry φροντίζει να τα “πειράξει” όσο πρέπει και να μας τα μάθει από την αρχή.



Λίγο πριν κλείσει τα 70 χρόνια ζωής, ο Bryan Ferry κατορθώνει να σαγηνεύει και να παρασύρει τις αισθήσεις των ακροατών του μ’ ένα πόνημα που ίσως αποτελεί την πιο μεστή και “λάγνα” δουλειά του την τελευταία δεκαετία. Τον “Avonmore”, που κυκλοφόρησε το Νοέμβρη του 2014, δίνει για ακόμα μία φορά τα διαπιστευτήρια της γοητείας, της μαγείας και της απαράμιλλης χάρης, αυτού του επιδραστικού καλλιτέχνη. Ανεβαστικό, όσο πρέπει cool, με καλά δουλεμένα grooves και “ελεγχόμενες εκρήξεις”, με μία διάχυτη ευαισθησία και απαραίτητη εξωστρέφεια, που μας έχει συνηθίσει.



Σε καμία φάση της ζωής μου, δεν έβαλα τον πολιτικό συντηρητισμό του ή τις ιδεοληπτικές φανφάρες ότι εκφράζει μουσικά και στυλιστικά τη γενιά των γιάπις, πάνω από τη μουσική και το συνολικό του έργο. Αυτά δεν απομονώνονται, δεν περιορίζονται σε “εύκολες” ταμπέλες. Είναι η πάστα του ανθρώπου, που μπορεί να προσδώσει φινέτσα, στυλ και οντότητα, ακόμα και σ’ ένα βούρκο.   



Ο χώρος του Ηρωδείου, που επιλέχτηκε για να τον φιλοξενήσει αυτή τη φορά στην Αθήνα, φαντάζει ως ο πλέον ιδανικός, αντάξιος της ευγένειας, του ολοκληρωτικού ύφους και του καλλιτεχνικού του “αναστήματος”, κι οι τυχεροί που θα παραβρεθούν, είμαι βέβαιος ότι θα κάνουν λόγο για μία μοναδική συναυλιακή εμπειρία.       

Rate this item
(5 votes)
back to top

Template Design © info@DrakontasGraphics.com | Managemenent by www.theLeaders.EU | All Rights Reserved Rockway.gr 2012

Top Desktop version