Rockway gr

Baroness, Breath After Coma (19/10/19) Gagarin 205 Featured



Οι εισαγωγές αποτελούν πραγματικά ένα θείο δώρο του οποίου η αξία παραγνωρίζεται (ή και υπερεκτιμάται, παραδόξως) στις μέρες μας και πραγματικά αισθάνομαι ευλογημένος που έχω την ευκαιρία να ξεκινήσω λέγοντας πως… όσοι ΔΕΝ προμηθευτήκατε στην ώρα σας εισιτήριο για την παρθενική εμφάνιση των Baroness στη χώρα μας, χάσατε μια εμπειρία ζωής. Επίσης, μπορείτε μόνο να ελπίζετε ότι θα ξαναέρθουν σύντομα στα μέρη μας. Επειδή, χωρίς υπερβολή, αυτή ήταν (σε ισοβαθμία με τους Algiers στην αυγή της άνοιξης) η καλύτερη εμφάνιση ξένου συγκροτήματος επί ελληνικού εδάφους –με μία επιφύλαξη, καθώς δεν είχα την τύχη να παρευρεθώ στη μία και μοναδική εμφάνιση όπου εξαπολύθηκε ο ορυμαγδός που ακούει στο όνομα The Dillinger Escape Plan, πριν από εννέα χρόνια.

Πριν ξεκινήσω, δηλώνω υπεύθυνα ότι ενώ το εγχώριο συγκρότημα που έθεσε σε κίνηση τη βραδιά, οι Breath After Coma, μου ήταν γνωστό σαν όνομα αλλά όχι ως ήχος. Για ακόμη μία φορά, η επιλογή μου να γνωρίσω τη μουσική μέσα από την αναγέννησή της στο σανίδι με έβγαλε ασπροπρόσωπο –λόγοι για τους οποίους συνέβη αυτό βρίσκονται στην επόμενη παράγραφο.



Με την είσοδό μου στη σκηνή, τα ώτα μου υποδέχθηκαν οι rock ‘n’ roll διαθέσεις των προαναφερθέντων Breath After Coma, οι οποίοι είχαν ήδη ξεκινήσει τη δική τους γιορτή. Δε θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που διασκέδασα τόσο ακούγωντας ζωντανά μουσική. Το κλειδί είναι στο ρήμα, καθώς όσες εμφανίσεις συγκροτημάτων επιλέγω να παρακολουθήσω προς δική μου τέρψη και συμμόρφωση, έχουν πάντοτε τον ψυχαγωγικό χαρακτήρα που αποζητώ από τη θαυματουργή αυτή τέχνη. Η σχεδόν μία ώρα, όμως, κατά την οποία το Gagarin 205 ανήκε στο συγκρότημα, ήταν η πιο διασκεδαστική των συναυλιακών μου εμπειριών.

Με ρυθμούς οι οποίοι προ(σ)καλούν τον ακροατή σε χορευτικές επιδείξεις, με αγνή, αδάμαστη rock ενέργεια και με φωνητικές γραμμές που γραπώνουν αβίαστα όποιον εκτείθεται στη γοητεία τους, δεν μπορώ να αναλογιστώ στιγμή κατά την οποία υπήρξα στατικός ή/και αδιάφορος απέναντι στο αποτέλεσμα. Ανόθευτο σύγχρονο rock το οποίο κλείνει το μάτι στη δεκαετία του ’90, με τις ογκώδεις κιθάρες και το στιβαρό, ακλόνητο σύμπλεγμα μπάσου και κιθάρας να σείουν το χώρο, ενώ οι μελωδίες που αραδιάζονται δίνουν κίνηση και ζωντάνια σε πολλούς επίδοξους μείζονες γλουτιαίους μύες. Όσον αφορά την απόδοση στο μικρόφωνο, οι φωνητικές χορδές του Ορέστη ήταν σε εξαίρετη φόρμα, με τις grunge φωνητικές ακροβασίες να έχουν την τιμητική τους (συγχωρούνται τα διολησθήματα προς το τέλος, αφού τα “Ooh” που εκστόμιζε ήταν Hetfield-ικής ποιότητας).



Κιθαριστικά απέδωσε ακριβώς όπως έπρεπε, με τις χορευτικές του ικανότητες να συμπληρώνουν όμορφα το οπτικό αποτέλεσμα. Ο Θοδωρής (εκτός κι αν Theo < Theofrastos) ήταν το χάος στην πρώτη κιθάρα, με επικά βαβουριάρικα σολίδια, ντόμπρα κιθαριστική προφορά και με επιβλητική, αεικίνητη (όχι αυστηρή) σκηνική παρουσία, παραδίδοντας μαθήματα πεμπτουσίας ενός rockstar. Ο Κώστας στο μπάσο έδειξε τι πάει να πει “monkey business”, με μπάσο-σούστα, το οποίο πλαισίωνε αρμονικά τα ογκωδέστατα riffs, συμμετέχοντας ενεργά στον «κουνησιάρικο» ρυθμό που πρόσταζαν τα τύμπανα του Βαγγέλη, ο οποίος βασάνιζε περισσά τα δέρματα και τα κύμβαλα καθ’ όλη τη διάρκεια. Απίστευτη ενέργεια, τέτοια που θα ζήλευαν και πρωτοεμφανιζόμενοι καλλιτέχνες. Το μεγαλύτερο μέρος των κομματιών που ακούστηκαν προέρχονται από το τελευταίο τους LP που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο, το οποίο θα σπεύσω να απολαύσω κατ’ οίκον. Εξαιρετικοί!



Breath After Coma setlist:
Face To The Floor
Fool
Woke Up In Babel
Toledo!
We Are Falling Backwards
Fake Gun
For Better Or Worse
Levitated
I the Animal



Χαλαρό μισάωρο αναμονής, στο οποίο ο DJ επέλεξε να επενδύσει το χρόνο με Queen, Goat, και Converge. Σας προκαλώ να το δοκιμάσετε προσωπικά, το αποτέλεσμα θα σας δικαιώσει.

Αφού έγινε ο τελικός έλεγχος του εξοπλισμού και έσβησε το “Plagues” απ’ το “No Heroes” των Converge (κάποια μέρα ίσως τα πούμε λίγο καλύτερα για δαύτους), μετά καπνού και αλαλαγμών εμφανίστηκαν τέσσερις άνθρωποι στη σκηνή. Τρεις από αυτούς (και η μία εξ αυτών πολύ πιο πρόσφατα) μοιράζονται το όνειρο του πνευματικού ιθύνοντος να συνδέει τον ήχο με την εικόνα με τέτοια μαεστρία που θα ζήλευε και ο κινηματογράφος. Αυτός ο άνθρωπος είναι ο John Baizley.

Χωρίς να θέλω να υποβαθμίσω τη συμμετοχή των υπολοίπων -πράγμα αδύνατο, αφού ο συντονισμός των τεσσάρων είναι τόσο απαραίτητος όσο και τέλειος- αλλά αυτό που ξεκίνησε με τους φίλους του πριν από δεκαπέντε χρόνια αυτός ο καλλιτέχνης, ακόμα και τώρα που έχει απομείνει ο μόνος από την πρώτη μέρα του συγκροτήματος, είναι και θα είναι πολύ προσωπικό του κατόρθωμα. Μπορεί η μουσική ως σώμα της τέχνης τους να είναι ένα συλλογικό αποτέλεσμα, αλλά η ψυχή που αναπνέει στους στίχους και τα ασυναγώνιστα εξώφυλλα του συγκροτήματος αποτελούν αποκύημα της δικής του, ολοζώντανης φαντασίας.



Φαντασίας η οποία υπερβαίνει κάθε ετικέτα που μπορεί κανείς να προσπαθήσει να φορέσει στους Baroness, όπως συμβαίνει με κάθε σπουδαίο συγκρότημα, άλλωστε. Απόδειξη αυτού είναι η ενιαία υπόσταση της σειράς των κομματιών που ακούστηκαν, ως να γράφονται κάθε μέρα από την αρχή αλλά και να υπήρχαν εκεί πάντοτε. Όπως και τα χρώματα ανήκουν σε ένα φάσμα, το οποίο δεν υποκύπτει σε ακρότητες, έτσι και τα άλμπουμ της μπάντας αποτελούν όλα μια συνέχεια, στην οποία κάθε στιγμή βυθίζεται λίγο στην προηγούμενη αλλά και αναδύεται μέσα από την επόμενη. Γι’ αυτό και τους ευχαριστώ που τίμησαν όλη τους τη δισκογραφική πορεία, ανεξαιρέτως (μην ακούσω κανένα αστείο για τα πρώτα τρία EPs).

Όσον αφορά μεμονωμένα κομμάτια, θα σταθώ περισσότερο σε εκείνα που συντέθηκαν μέχρι το “Yellow & Green” του 2012, καθώς με εκείνα έχω δεθεί περισσότερο, και αυτό επειδή η ουσία των Baroness χρειάζεται το χρόνο της ώστε να εκτιμηθεί σε όλη της την έκταση (και επειδή δεν έχω ακούσει ολόκληρο το “Gold & Grey” –μημετουφεκισετεπαρακαλώ). Το γεγονός ότι ξεκίνησαν με το “A Horse Called Golgotha” από το αγαπημένο μου (μέσα από αυτό τους γνώρισα) “Blue Record” με έστειλε στο ταβάνι και στις πρώτες σειρές να ουρλιάζω τους στίχους, τα riffs και ό,τι άλλο μπορεί να τραγουδηθεί. Ακόμα και να έπαιζαν χάλια τα υπόλοιπα κομμάτια, δε θα με ενδιέφερε καθόλου. Ωστόστο, κοπιάστε να μαντέψετε την απόδοσή τους. Δε θα εκπλαγείτε όσοι τους ξέρετε. Γενικά, στις άλλες δύο φορές που ακούστηκε το λατρεμένο Μπλε, ξεβιδώθηκα.



Κάποια στιγμή, μάλλον από τους καπνούς, τα μάτια μου άρχισαν να δακρύζουν στο “March To The Sea”. Τι εννοείτε ότι έκλαιγα από το δεύτερο κομμάτι; Δε θα μου πείτε εσείς πώς να ζω τη ζωή μου! Το Κίτρινο & Πράσινο φαίνεται να είναι το αγαπημένο τους (αρχιδάτη κίνηση να παίξουν ολόκληρο το Green Theme, καθώς και άλλη μία απόδειξη ότι φέτος τα ιντερλούδια είναι η νέα τάση), αλλά και του κοινού, αφού εκεί έγιναν όλα τα «έντροπα». Προειδοποίηση για αεροτομή: έκλεισαν με το “Take My Bones Away”. Έγινε το crowdsurf. Θα μπορούσα να το κλείσω εδώ, αλλά δεν έχω καλύψει ούτε τη μισή εμπειρία.

Γι’ αυτό και συνεχίζω. Πέρα από τη “Eula” όπου κάτι έγινε με τον εξαερισμό του χώρου και όχι με τα υδραυλικά των ματιών μου, το φρέσκο “Gold & Grey” εξουσίασε το setlist, κάνοντάς με να αισθανθώ λίγο άσχημα που δεν το είχα μελετήσει, αλλά δίνοντάς μου υπερπολλαπλάσια ευχαρίστηση που «κούμπωσε» με όλο το προηγούμενο υλικό τους.



Και η εκτέλεση του καθ’ όλη τη διάρκεια ήταν αποστομωτικά τέλεια. Χωρίς να είναι ένα άνευρο αποτύπωμα της στουντιακής έκδοσης, ήταν πιστό, αλλά είχε την ενέργεια που θα αποζητούσε και ο πιο απαιτητικός. O John Baizley είναι ένας εξαιρετικός μουσικός, του οποίου η φωνή, παρά την άγρια χροιά, είναι καλοδιατηρημένη, ενώ οι κιθαριστικές του ικανότητες είναι απίθανες, αφού εκτελεί άπταιστα τις μουσικές αρμονίες ενώ τραγουδάει ταυτόχρονα. Η Gina Gleason είναι μία κιθαρίστας που πραγματικά αξίζει να μνημονεύεται όπως και άλλοι σύγχρονοί της, μιας και οι επιδόσεις της είναι κορυφαίες και ο χαρακτήρας της ξεχωριστός, ικανοποιώντας ταυτόχρονα τους φίλους του συγκροτήματος αλλά και την προσωπική της φιλοδοξία για τον ήχο που επιθυμεί, πράγμα εξαιρετικά σπάνιο (επίσης τα βάρβαρα φωνητικά της πατάνε κάτω πολλούς επίδοξους «φωνητικάριους» απανταχού).

Ο Nick Jost ελπίζω να έλαβε την εκτίμηση που του αξίζει, αφού ήταν οφθαλμοφανές πως το πιο υποδόριο μέρος του ήχου τους είναι αποτέλεσμα δικών του προσπαθειών. Ως άλλος JPJ (John Paul Jones, για εκείνους που είναι σε πλήρη άγνοια του ποια ήταν η ραχοκοκκαλιά των Led Zeppelin), συμπλήρωνε το αποτέλεσμα υπέροχα, με τον Sebastian Thompson να πλαισιώνει με τις απίστευτες ρυθμικές του ικανότητες, την αλύγιστη πυγμή του και την έλλειψη μπλούζας του τον ήχο και την εικόνα των Baroness.

Εικόνα καθηλωτική, με χρώματα δηλωτικά του κάθε άλμπουμ, ιδρώτα να ίπταται από τη γενειάδα του Baizley και την ανέμελλη χαίτη της Gina Gleason να κλέβει την παράσταση. Μορφασμοί, χαμόγελα, περαντζάδες στη σκηνή, και ένας Jost να χαλαρώνει με τις μπασογραμμές-αερικά του πάνω στα ηχεία.



Δεν έχω ξαναδεί γνησιότερη ευχαρίστηση ξένου καλλιτέχνη στη χώρα μας. O John, στα ελάχιστα διαλείμματα δεν έχανε ευκαιρία να εκφράζει την ευγνωμοσύνη του για τη βραδιά και την αίσθηση της «θετικής ενέργειας» της οποίας αποπνέαμε. Ελπίζω όντως να έκανε πλάκα όταν είπε πως για να φροντίσει ώστε να έχει την ίδια απόκριση θα ξανάρθουν σε δεκαπέντε χρόνια.

Με την encore, πάντως, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί, αφου τα τρία βασικά Χρώματα (Μπλε, Isak,εεε Κόκκινο, με συγωρείτε, τι λέω και Κίτρινο) έκλεισαν αυτό το τέλειο βράδυ με τον πλέον ικανοποιητικό τρόπο. Όταν άρχισε να ξεδιπλώνεται «Η Πιο Ηδεία Κατάρα», κάθε έλεγχος πάνω στο σώμα μου παραδόθηκε στη μουσική τους.

Πριν το setlist, να σημειώσω πως πλέον κατανόησα το πόσο προσωπικό είναι το “Purple” για τους Baroness και για ποιο λόγο δεν είχε αγκαλιαστεί εξ αρχής από τους φίλους του συγκροτήματος. Φάνηκε, λοιπόν, πως ήταν ένα εγχείρημα πηγαίο, το οποίο δύσκολα εκτιμάς αν δεν έχεις παρόμοιες εμπειρίες.



Baroness setlist:
A Horse Called Golgotha
March To The Sea
Borderlines
Seasons
Green Theme
Tourniquet
Can Oscura
Front Toward Enemy
Eula
Throw Me An Anchor
If I Have to Wake Up (Would You Stop The Rain?)/Fugue
Shock Me
Broken Halo
The Gnashing (σ.σ.φοβερή, απρόσμενη προσθήκη!)
(Encore):
The Sweetest Curse
Isak
Take My Bones Away



Είναι πραγματικά ευτυχές οι συγκυρίες να επιτρέπουν αυτές τις αλληλεπιδράσεις, και να μας θυμίζουν την ομορφιά η οποία κρύβεται μέσα μας, ή ακόμη περιμένει να την ανακαλύψουμε στην παγκοσμιότητα του φαινομένου που ονομάζουμε μουσική. Η ζωή μιμείται την τέχνη, και συγκροτήματα όπως οι Baroness στέκονται εκεί για να μας θυμίσουν αυτήν την υπέροχη δυναμική, αλλά και να μας εμπνεύσουν να τη διατηρήσουμε εσαεί.

Υ.Γ: Τραμπάκουλας με μπλουζάκι Church Of Ra εθεάθη. Ανυπομονώ για το Δεκέμβρη!

Φωτογραφίες : Χριστίνα Αλώση

Rate this item
(1 Vote)
back to top

Template Design © info@DrakontasGraphics.com | Managemenent by www.theLeaders.EU | All Rights Reserved Rockway.gr 2012

Top Desktop version